- ἔμπετρος
- ἔμ-πετρος, auf Felsen wachsend; τὸ ἔμπ., eine solche Pflanze
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ἔμπετρον — ἔμπετρος growing on rocks masc/fem acc sg ἔμπετρος growing on rocks neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐμπέτρου — ἔμπετρος growing on rocks masc/fem/neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
έμπετρο — το (Α ἔμπετρος, ον) το ουδ. ως ουσ. το έμπετρο (Α ἔμπετρον) μικρός θάμνος που φυτρώνει ανάμεσα στα χαλίκια αρχ. (για φυτά) αυτός που φυτρώνει μέσα στις πέτρες … Dictionary of Greek
πέτρα — I Oνομασία διαφόρων αρχαίων πόλεων. 1. Πόλη της αρχαίας μακεδόνικης Πιερίας, χτισμένη πάνω σε ψηλό και απότομο βράχο στα Στενά της Πέτρας, που σχηματίζουν τα Καμβούνια όρη και ο Όλυμπος. Είναι άγνωστο πότε χτίστηκε. Έχουν σωθεί ερείπια από σπίτια … Dictionary of Greek